Η αδράνεια της αστικής δημοκρατίας στη περίοδο του μεσοπολέμου
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο «Μεγάλος
Πόλεμος» λόγω των απωλειών που επέφερε και των δυνάμεων που συμμετείχαν, έδρασε
ως πραγματικός καταλύτης για το μετασχηματισμό της πολιτικής και της κοινωνίας
στην Ευρώπη του πρώιμου 20ου αιώνα. Δημιούργησε τρομακτικά οικονομικά
και κοινωνικά προβλήματα, προπάντων στη Γερμανία, στην Αυστροουγγαρία και στη
Ρωσία. Τη διετία 1917-1918 σε αυτές τις χώρες, εκδηλώθηκαν μια σειρά από
επαναστάσεις, οι οποίες οδήγησαν τελικά στην κατάρρευση τρεις ιστορικές
δυναστείες: των Ρομανώφ στη Ρωσία, των Αψβούργων στην Αυστρία και των
Χοεντσόλερν στη Γερμανία. Στις 28 Ιουνίου του 1919 με την υπογραφή στις
Βερσαλλίες της ομώνυμης Συνθήκης, πέφτει και τυπικά η αυλαία του Α΄ Παγκοσμίου
πολέμου. Το γεγονός όμως ότι οι όροι της ειρήνης των Βερσαλλιών δεν αποτέλεσαν
αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά υπαγορεύτηκαν στην ηττημένη Γερμανία,
ουδέποτε νομιμοποίησε τη Συνθήκη αυτή στη συνείδηση των Γερμανών, οι
περισσότεροι εκ΄ των οποίων τη θεώρησαν ταπεινωτική για τη πατρίδα τους1.
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ
Το αποκορύφωμα
της ριζοσπαστικοποίησης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, απόρροια των δεινών του
πολέμου, συμπυκνώνεται στην έκρηξη και την επικράτηση της σοσιαλιστικής
επανάστασης του 1917 στη Ρωσία. Γεγονός που καθόρισε αποφασιστικά τη πορεία της
Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα.
Δημιούργησε ένα εναλλακτικό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, στον
αντίποδα του φιλελεύθερου καπιταλισμού και της αστικής κοινοβουλευτικής
δημοκρατίας, με αρκετές διαφορές από την ιδεολογικά και πολιτικά συγγενή
σοσιαλδημοκρατία1.
Μια σύγκριση
της κατάστασης του κόσμου το 1900 και το 1960 αρκεί για να δείξει πόσο βαθιά
ήταν η επίδραση της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ενώ στις αρχές του 20ου
αιώνα το φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα κυριαρχούσε σε ολόκληρο τον κόσμο, το
1960 το ένα τρίτο των κατοίκων του πλανήτη βρίσκονταν εκτός καπιταλιστικής
οικονομίας και κοινοβουλευτικών συστημάτων διακυβέρνησης, ενσωματωμένο σε
διάφορες εκδοχές «σοσιαλιστικών» καθεστώτων1.
Το παράδοξο της
υπόθεσης είναι πως η σοσιαλιστική επανάσταση αναμένονταν σε κάποια προηγμένη
χώρα, ίσως στη Γερμανία, με κανέναν τρόπο όμως σε μια χώρα αγροτική και
οικονομικά καθυστερημένη όπως η Ρωσία. Το αυταρχικό, διεφθαρμένο και ανίκανο
τσαρικό καθεστώς, εκείνη τη περίοδο έπνεε τα λοίσθια. Τα ερείσματα στον ρωσικό
πληθυσμό ήταν μηδαμινά, οι περισσότερες επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες
έμοιαζαν με ηφαίστεια έτοιμα να εκραγούν. Το οριστικό πλήγμα στη τσαρική
εξουσία το έδωσε ο πόλεμος. Έτσι, το Μάρτιο του 1917 ο τσάρος αναγκάστηκε να
παραιτηθεί, ανίσχυρος να αντιμετωπίσει το επαναστατικό κύμα που απλώθηκε σ΄ όλη
τη χώρα σε μια Ρωσία που είχε κατάρρευση οικονομικά, που είχε πληγεί από το
πόλεμο, που η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού λιμοκτονούσε, που ήταν
ουσιαστικά ακυβέρνητη1.
Προσωρινά τις
τύχες της χώρας ανέλαβε μια συγκυβέρνηση μεταξύ των φιλελεύθερων αστών και των
σοβιέτ. Τα σοβιέτ ήταν συμβούλια εργατών και στρατιωτών που είχαν συγκροτηθεί
σε συνθήκες γενικής κατάρρευσης στις μεγάλες πόλεις και ουσιαστικά κυβερνούσαν
τη χώρα αφού είχαν αναλάβει τη διανομή των τροφίμων, τη διεύθυνση των
εργοστασίων, συντόνιζαν τη παραγωγή και έλεγχαν το σιδηρόδρομο και τις
τηλεπικοινωνίες. Το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα που εκπροσωπούσε τα
συμφέροντα των αστών, ήταν σε δύσκολη θέση. Η αστική τάξη στη Ρωσία δεν είχε
την οικονομική δύναμη, την αυτονομία και την πολιτική εκπροσώπηση που διέθεταν
τα αστικά κόμματα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Παράλληλα, η σοσιαλιστική παράταξη
διέθετε δύο κόμματα, τους μονσεβίκους (με επιρροή στους εργάτες) και τους
σοσιαλεπαναστάτες (με επιρροή στους αγρότες), που οι απόψεις τους έβρισκαν
απήχηση στο λαό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Μπολσεβίκοι, οι οποίοι και τελικά
κυριάρχησαν καθοδηγώντας αποτελεσματικά την επανάσταση, ήταν ασήμαντη
πολιτική δύναμη μειοψηφούσα στα σοβιέτ, αλλά ταυτόχρονα η πιο μαχητική
επαναστατική πτέρυγα της σοσιαλιστική παράταξης2.
Όταν οι
φιλελεύθεροι αστοί διέπραξαν το μοιραίο λάθος να συνεχίσουν τον καταστροφικό
για τη Ρωσία πόλεμο και τόσο οι μονσεβίκοι όσο και οι σοσιαλεπαναστάτες δεν
αντιτάχθηκαν σ΄αυτή την απόφαση, οι Μπολσεβίκοι διαχώρισαν τη θέση τους
τασσόμενοι σθεναρά υπέρ της ειρήνης. Η επάνοδος του χαρισματικού ηγέτη τους από
την εξορία του στην Ελβετία τον Απρίλιο του 1917, έδωσε νέα πνοή στο κόμμα.
Ο Λένιν
διακήρυττε ριζοσπαστικές αλλαγές, μιλούσε για αναδιανομή της γης, στους φτωχούς
των πόλεων υπόσχονταν ψωμί, στους εργάτες καλύτερους μισθούς και λιγότερες ώρες
εργασίας. Το τρίπτυχο «ψωμί, γη, ειρήνη», αποτέλεσε το ακαταμάχητο σύνθημα των
Μπολσεβίκων2.
Καθοριστικό
ρόλο στην επιτυχία της Οκτωβριανής επανάστασης έπαιξε η εκτεταμένη απείθεια
στις τάξεις του Ρωσικού στρατού. Στρατιώτες και Αξιωματικοί έβλεπαν στους
Μπολσεβίκους ως εγγύηση για την ενότητα της Ρωσίας απέναντι στα αποσχιστικά
εθνικά σχήματα. Μαζί με τα όπλα τους, τέθηκαν στην υπηρεσία της Επανάστασης
αποτελώντας το πρόπλασμα για τη συγκρότηση ενός τακτικού επαναστατικού στρατού
από το Τρότσκι στα τέλη του 1917, του επονομαζόμενου ΄΄Κόκκινου Στρατού΄΄. Με
την υπερίσχυση των Μπολσεβίκων στα σοβιέτ, η κατάληψη της εξουσίας ήταν ζήτημα
χρόνου. Η εξουσία περιήλθε στα χέρια του Λένιν χωρίς αντιστάσεις και σχετικά
αναίμακτα, στις 25 Οκτωβρίου του 19172.
Με την ειρήνη
του Μπρεστ-Λιτόφσκ το Μάρτιο του 1918, ο Λένιν απέσυρε τη Ρωσία από το πόλεμο
και κέρδισε χρόνο για να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα της χώρας του.
Εξοργισμένοι όμως οι σύμμαχοι της Ρωσίας στην "Ανταντ'' από την αποχώρηση της
από το πόλεμο, ενεπλάκησαν ενεργά στο Ρωσικό εμφύλιο επιδιώκοντας την
αποσταθεροποίηση ή και την πλήρη ανατροπή του καθεστώτος των Μπολσεβίκων. Τότε οι
Μπολσεβίκοι επέβαλαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης (πολεμικό κομμουνισμό), για να
αντιμετωπίσουν τη πείνα, τις ανταρσίες, την αντεπανάσταση. Εξαπολύθηκε κύμα
διώξεων κατά των πλουσίων αγροτών, ενώ εκτελέστηκαν και μέλη της αυτοκρατορικής
οικογένειας. Η επαναστατική τρομοκρατία αποδεικτικέ αποτελεσματική. Η ξένη
επέμβαση απέτυχε τελικά να αποσπάσει την υποστήριξη της πλειοψηφίας του Ρώσικου
λαού και να ανατρέψει τους Μπολσεβίκους. Στα τέλη του 1919 αποχώρησαν από το
ρωσικό έδαφος, αφού δημιούργησαν εχθρότητα στις σχέσεις του καθεστώτος με τη
Δύση και αφού είχαν προσφέρει ένα άλλοθι στη στροφή του τελευταίου προς τον
αυταρχισμό2.
Μπορεί ο Λένιν
να προχώρησε σε μέτρα όπως η κατάσχεση της γης των γαιοκτημόνων από τους
ακτήμονες χωρικούς ή την ανάληψη της διεύθυνσης των εργοστασίων από τους ίδιους
τους εργάτες, αλλά το 1922 απαγόρεψε τη λειτουργία όλων των κομμάτων
εκτός του Κομμουνιστικού και η Ρωσία τότε απέκτησε και τυπικά μονοκομματικό
καθεστώς. Το 1923 ένα χρόνο πριν το θάνατό του έδωσε στη Ρωσία ομοσπονδιακή
δομή και η χώρα μετονομάστηκε σε Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.
Από το 1924 ως και το 1953 η φυσιογνωμία του νέου κράτους καθορίστηκε από τον
διάδοχο του Λένιν στην ηγεσία του ΚΚΣΕ, Ιωσήφ Στάλιν3.
Ο Στάλιν,
επέβαλε ένα καθεστώς μονοκρατορίας στο κόμμα και στη χώρα, με γνωρίσματα τη
προσωπολατρία του ίδιου, τον ασφυκτικό έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και την
εξόντωση όλων των πολιτικών του αντιπάλων, υπαρκτών ή υποθετικών με βάση
προκατασκευασμένες κατηγορίες. Με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να εξουδετερώσει
κορυφαία στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος και πρωτεργάτες της Οκτωβριανής
Επανάστασης όπως ο Κίρωφ (δολοφονήθηκε το 1934), ο Καμένεφ (εκτελέστηκε το
1936), ο Ζηνόβιεφ (εκτελέστηκε το 1936), ο Μπουχάριν (εκτελέστηκε το 1938), και
τέλος το μεγάλο αντίπαλό του και αναμενόμενο διάδοχο του Λένιν, Λέων Τρότσκι, ο
οποίος εκδιώχθηκε το 1929 από τη Σοβιετική Ένωση και το 1940 δολοφονήθηκε από
σοβιετικούς πράκτορες στο Μεξικό3.
Ειδικά στα τέλη
της δεκαετίας του 1930 εξαπέλυσε πραγματικό πογκρόμ εναντίον των αντιπάλων του,
όπου περίπου 6-7 εκατομμύρια Σοβιετικοί στάλθηκαν εξόριστοι σε στρατόπεδα
καταναγκαστικής εργασίας στη Σιβηρία (γκούλαγκ), όπου και απεβίωσαν οι
περισσότεροι3.
Ενώ ο
Λένιν αγωνιζόταν για την εξάπλωση της σοσιαλιστικής Επανάστασης σ΄ ολόκληρο τον
κόσμο (γι΄ αυτό το λόγο άλλωστε είχε ιδρύσει το 1919 και τη Κομουνιστική
Διεθνής, ενέργεια που οδήγησε τελικά στη διάσπαση των σοσιαλιστικών κομμάτων
στην Ευρώπη: από τη μια πλευρά αυτοί που διατηρούν την ονομασία σοσιαλιστές ή
σοσιαλδημοκράτες και δεν αποδέχονται το ρωσικό πρότυπο, δηλαδή τη μη
δημοκρατική μετάβαση στο σοσιαλισμό, από την άλλη πλευρά αυτοί που έκτοτε
ονομάζονται κομμουνιστές και μάχονται υπέρ ενός επαναστατικού βολονταρισμού4),
ο Στάλιν υιοθέτησε τη πολιτική της οικοδόμησης του Σοσιαλισμού σε μία χώρα,
(θεώρησε πως τα συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης είναι πιο σημαντικά,
έναντι εκείνων της παγκόσμιας επανάστασης, γι΄ αυτό και επί των ημερών του, η
Διεθνής απαξιώθηκε)3.
Ο Στάλιν έθεσε
ως στόχο την αυτοδύναμη βιομηχανική ανάπτυξη, την οικονομική αυτάρκεια και
τελικά την ευμάρεια της Σοβιετική Ένωσης. Για να πετύχει τους στόχους του
ακολούθησε βίαιη κολεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής και μεγάλης έκτασης
εκβιομηχάνιση. Όσοι αγρότες αντιτάχθηκαν στον αναγκαστικό ξεριζωμό τους ή στην
αφαίρεση της ιδιοκτησίας τους εκτοπίστηκαν στη Σιβηρία ή θανατώθηκαν.
Ουσιαστικά δηλαδή εξολοθρεύτηκε η μεσαία αγροτική τάξη. Από την άλλη μεριά όμως
είχαμε αλματώδη βιομηχανική ανάπτυξη, εξηλεκτρισμό της χώρας, πλήρη απασχόληση
των πολιτών, παροχές στις εργαζόμενες μητέρες, δωρεάν στέγαση, δωρεάν
ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαιδευτικές και μορφωτικές δυνατότητες, παροχές,
που το κράτος προσέφερε σε όλους τους πολίτες χωρίς κοινωνικές διακρίσεις.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως στα τέλη της δεκαετίας του 1930 οι
αναλφάβητοι αντιπροσώπευαν μόλις το 20% του πληθυσμού, όταν στο πρόσφατο
παρελθόν το ποσοστό αυτό κυμαίνονταν στο 50%. Και όλα αυτά σε μια εποχή που την
υπόλοιπη Ευρώπη μάστιζαν η φτώχεια, η ανασφάλεια, η μαζική ανεργία, ιδιαίτερα
δε μετά την οικονομική κρίση του 1929. Για τους λόγους αυτούς, σε εκατομμύρια
εργαζομένους και διανοούμενους εκτός Σοβιετικής Ένωσης το κομμουνιστικό πρότυπο
φαίνονταν ελκυστικό3.
ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Είναι γεγονός,
πως κατά τη δεκαετία του 1920 όλες οι χώρες της Ευρώπης ήρθαν αντιμέτωπες με
την κομμουνιστική προπαγάνδα στο εσωτερικό τους, καθώς παντού δημιουργήθηκαν
κομμουνιστικά κόμματα που ελέγχονταν σε μεγάλο βαθμό από τη Μόσχα. Η αντίδραση
στην κομμουνιστική Επανάσταση, η αντεπανάσταση, ήταν σε πολλές χώρες της Ευρώπης
σκληρή. Στην Βαυαρία και την Ουγγαρία κομμουνιστικά κινήματα κατεστάλησαν με
πρωτοφανή αγριότητα. Στη Γερμανία, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ,
δολοφονήθηκαν κατά την εξέγερση του Βερολίνου. Συλλήψεις, διώξεις, φυλακίσεις,
απαγόρευση πολιτικής δράσης και διακίνησης ανατρεπτικών ιδεών, δημιουργία
μαζικών αντικομουνιστικών κομμάτων, ήταν ορισμένες από τις αλυσιδωτές
αντιδράσεις που προκάλεσε η προσπάθεια διάχυσης του κομμουνισμού από τη Μόσχα
στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ήταν μια εποχή που κυριάρχησε ο αυταρχισμός, η αγριότητα,
η ιδεολογική πόλωση και η πολιτική σκλήρυνση, ήταν η εποχή που απέναντι από
τους κομμουνιστές αντιπαρατάχθηκαν οι φασίστες και οι ναζί5.
Η δημοκρατία σε
χώρες με βραχύχρονη δημοκρατική παράδοση (Αυστρία, Πορτογαλία) ή με απουσία κεντρικών
εθνικών θεσμών (Πολωνία) ή με τεράστιο αγροτικό πληθυσμό, στη πλειοψηφία τους
αγράμματο και συντηρητικό (Πολωνία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Ισπανία),
αποδείχτηκε ευάλωτη, ενώ σε χώρες με τεράστια οικονομικά προβλήματα, οξύτατες
κοινωνικές αντιθέσεις και πληγωμένο εθνικό γόητρο (Γερμανία, Ιταλία), το
δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα καταλύθηκε από ολοκληρωτικά καθεστώτα που
διέθεταν μαζική λαϊκή υποστήριξη5. Η μεγάλη απειλή δηλαδή για τους
φιλελεύθερους θεσμούς, προήλθε από την Ακροδεξιά. Όταν η κοινωνική επανάσταση
έπαψε να εξαπλώνεται, οι σοσιαλδημοκράτες μετατράπηκαν σε στυλοβάτες του
κοινοβουλευτικού συστήματος υιοθετώντας μετριοπαθείς θέσεις, ενώ οι
κομμουνιστές αποτελούσαν μειοψηφία και βρίσκονταν υπό διωγμό στις περισσότερες
χώρες. Οι δυνάμεις που ανέτρεπαν τα κοινοβουλευτικά καθεστώτα ήταν αυταρχικές
και αντιφιλελεύθερες, εμφορούνταν από φανατικό αντικομουνισμό και ακραίο
εθνικισμό, προωθούσαν τη βίαιη καταστολή και τον μιλιταρισμό και διαδήλωναν την
ακλόνητη πίστη τους στις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας, της έννομης τάξης
και της οικογένειας5.
Η κατάρρευση
των παλαιών αυτοκρατορικών καθεστώτων, η εξασθένιση των κυρίαρχων κοινωνικών
τάξεων, η ευρεία αποδοχή που έβρισκαν οι ακροδεξιοί στα μικροαστικά και
μεσοαστικά στρώματα, που έβλεπαν τη κοινωνική τους θέση και την οικονομική τους
υπόσταση να κλονίζεται, η στήριξη των βιομηχάνων που απέβλεπαν στη διάλυση των
εργατικών συνδικάτων και επιζητούσαν την εργασιακή πειθαρχία, καθώς και η
στήριξη που τους παρείχε η εκκλησία, η οποία μόνο με τρόμο σκέφτονταν το
ενδεχόμενο επικράτησης του κομμουνισμού άρα και της αθεΐας, ήταν οι κύριοι
λόγοι που τελικά η Ευρώπη κυρίως τη δεκαετία του 1930 βίωσε την εξάπλωση και
γιγάντωση του φασιστικού ολοκληρωτισμού, ειδικά στην Ιταλία και τη Γερμανία5.
ΦΑΣΙΣΜΟΣ
Οι Ιταλοί
αν και στο Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκαν με τη πλευρά των νικητών, εμφανίζονταν
έντονα δυσαρεστημένοι απέναντι στην ανίκανη και διεφθαρμένη ηγεσία τους και
απογοητευμένη από τα ελάχιστα κατά την άποψή τους κέρδη που είχε
αποκομίσει η Ιταλία από τον πόλεμο6.
Αρχικά από το
κλίμα αναταραχής επωφελήθηκαν οι σοσιαλιστές και το διάστημα μεταξύ 1919-1921 η
Ιταλία βρέθηκε πολύ κοντά στη κοινωνική επανάσταση. Τις συνθήκες όμως της
έντονης πολιτικής αστάθειας και κοινωνικής δυσαρέσκειας τελικά εκμεταλλεύτηκε
με το καλύτερο τρόπο ένας πρώην σοσιαλιστής δημοσιογράφος, ο Μουσολίνι, ο
οποίος σταδιακά αναδείκτηκε σε εμπνευστής και ηγέτης του φασιστικού κινήματος
της Ιταλίας (η λέξη φασισμός προέρχεται από την ιταλική λέξη fascio που
σημαίνει ομάδα ή δέσμη και προέρχεται από τη λατινική λέξη fasces που δηλώνει
τις δέσμες ράβδων που έφεραν άνδρες οι οποίοι προπορεύονταν των υπάτων, των
στρατηγών και άλλων αξιωματούχων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας)6.
Το 1919
διατύπωσε το ιδρυτικό πρόγραμμα του φασιστικού κινήματος, πρόγραμμα
ριζοσπαστικό και φιλολαϊκό, που απαιτούσε ανάμεσα στα άλλα εφαρμογή της
οκτάωρης εργασίας, βαριά φορολογία του κεφαλαίου και των κληρονομιών. Οι
μεγαλογαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι, για να εξασφαλίσουν το κοινωνικό
συντηρητισμό του φασιστικού κόμματος αποφάσισαν να το χρηματοδοτήσουν. Έτσι,
σταδιακά, το μάλλον σοσιαλιστικής απόχρωσης πρόγραμμα του Μουσολίνι,
αντικαταστάθηκε από ένα σαφώς πιο συντηρητικό κείμενο, χωρίς αναφορές σε
οικονομικές επιβαρύνσεις των κυρίαρχων στρωμάτων και με έντονα εθνικιστικό
λεξιλόγιο. Με αυτό τον τρόπο ο φασισμός εξελίχθηκε από κίνημα αμφισβήτησης του
αστικού καθεστώτος σε ένοπλο όργανο της αντεπανάστασης, δηλαδή της αντίδρασης
του κατεστημένου στο κίνδυνο της κομμουνιστικής επανάστασης6.
Στις 28
Οκτωβρίου 1922 50.000 μελανοχίτωνες φασίστες (βασικό όπλο τρομοκρατίας
του Μουσολίνι έναντι των αντιπάλων του) κατέλαβαν την Ιταλική
πρωτεύουσα, εξανάγκασαν το πρωθυπουργό σε παραίτηση και ο αυτοκράτορας Βίκτωρ
Εμμανουήλ Γ΄ ανέθεσε στον Μουσολίνι την ευθύνη σχηματισμού κυβέρνησης. Μέχρι το
1925 ο Μουσολίνι είχε κατορθώσει να επιβάλει ένα δικτατορικό και μονοκομματικό
καθεστώς. Το 1938 καταλύθηκε και το τελευταίο απομεινάρι δημοκρατίας, το έτσι
κι αλλιώς αποδυναμωμένο κοινοβούλιο. Τη βουλή αντικατέστησε το συμβούλιο των
fanci και των συντεχνιών. Η πολιτική του Μουσολίνι συμπυκνώνεται στην έννοια
του κορπορατιστικού (σωματειακού) κράτους που προσπάθησε να
συγκροτήσει. Η διεύθυνση της οικονομίας ανατέθηκε σε ένα συμβούλιο 22 σωματείων,
ένα για κάθε οικονομικό κλάδο. Τα μέλη των συνδικάτων ήταν υποχρεωτικά μέλη του
φασιστικού κόμματος, όπως εξάλλου και οι εκπαιδευτικοί. Τέλος, ο Μουσολίνι
αξιοποίησε στο έπακρο όλες τις δυνατότητες προπαγάνδας που πρόσφεραν τα τότε
ΜΜΕ. Ο Μουσολίνι αποτέλεσε το πρότυπο του Χίτλερ και των Γερμανών ναζί. Ο όρος ναζί (nazi)
αποτελεί σύντμηση της Γερμανικής λέξης «Nationalsozialisten» που μεταφράζεται
ως «εθνικοσοσιαλιστές»)6.
ΝΑΖΙΣΜΟΣ
Η Γερμανία μετά το τέλος του πολέμου, με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης που
ψηφίστηκε το 1919, απέκτησε πολίτευμα αβασίλευτης δημοκρατίας. Η Δημοκρατία της
Βαϊμάρης άντεξε τα πρώτα κρίσιμα χρόνια 1919-1923 παρά τις κομμουνιστικές
εξεγέρσεις, τα κινήματα εθνικιστών και στρατιωτικών και την πληθωριστική κρίση.
Όμως λόγω των συνθηκών γέννησης του – ήττα, ανακωχή, ταπεινωτικές συνθήκες ειρήνης
– το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ουδέποτε νομιμοποιήθηκε στη
συνείδηση σημαντικού τμήματος του γερμανικού πληθυσμού. Πολλοί απόστρατοι
αξιωματικοί και οπλίτες που είχαν πολεμήσει στο μέτωπο και που είχαν
χρησιμοποιηθεί ως μέλη παραστρατιωτικών οργανώσεων από τη κυβέρνηση για να
διαλύσουν βίαια τις κομμουνιστικές εξεγέρσεις του 1918-1919, έβλεπαν την άλλοτε
κραταιά Γερμανία να βρίσκεται στο έλεος των εχθρών της με τη συγκατάθεση του
πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της. Ένας από αυτούς ήταν και ο άσημος
τότε Αδόλφος Χίτλερ, αυστριακής καταγωγής και μικροαστικής προέλευσης7.
Ο Χίτλερ,
υπήρξε ο ηγέτης του «Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανών Εργατών», οργάνωσε
ένα αποτυχημένο πραξικόπημα στο Μόναχο το 1923, πέρασε ένα χρόνο στη φυλακή
όπου και έγραψε το βιβλίο ΄΄Ο Αγών μου΄΄, (το ευαγγέλιο του
εθνικοσοσιαλισμού, μνημείο αντισημιτισμού, ακραίου εθνικισμού και
αντικομουνισμού) και γενικά βασίζοντας τη ρητορική του στο πληγωμένο
γόητρο των Γερμανών, ανέπτυξε με έξυπνο τρόπο το βολικό για τους στρατιωτικούς
και τους εθνικιστές μύθο της «πισώπλατης μαχαιριάς». Σύμφωνα με αυτή τη λογική,
η παρακμή της Γερμανίας οφείλονταν στη συμπαιγνία των πολιτικών ειδικά των
σοσιαλιστών και των Εβραίων7.
Η μετατροπή του
Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος σε μαζικό κόμμα με πλατιά απήχηση, επιταχύνθηκε
από την οικονομική κρίση που έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τη γερμανική
οικονομία, λόγω κυρίως της εξάρτησής της από τα αμερικανικά κεφάλαια, στις
αρχές της δεκαετίας του 1930. Αποφασιστικής σημασίας για την επικράτηση του
Χίτλερ, ήταν ο διάχυτος φόβος των μεσαίων στρωμάτων για το ενδεχόμενο μιας
κομμουνιστικής επανάστασης που θα τα απαξίωνε οικονομικά, κοινωνικά και
πολιτικά. Η προπαγάνδα του Χίτλερ που υπόσχονταν ανατροπή των διεθνών σχέσεων,
επέκταση της Γερμανίας σ΄ αυτό που αποκαλούσαν «ζωτικό χώρο» της, (στα
εδάφη των όμορων σλαβικών κρατών), «απελευθέρωση» των Γερμανόφωνων που
ζούσαν εκτός Γερμανίας, εκδίωξη των Εβραίων, οικονομική ανόρθωση και πλήρη
απασχόληση, κοινωνική εξασφάλιση και εργασιακή ειρήνη, κέρδισε την εμπιστοσύνη
των μεσαίων στρωμάτων και την ανοχή της μεγαλοαστικής μη εβραϊκής τάξης.
Ταυτόχρονα φρόντισε από το πρόγραμμά του να εξαλείψει τα αντικαπιταλιστικά
συνθήματα μιμούμενος τον πολιτικό του μέντορα, Μουσολίνι7.
Στις προεδρικές
εκλογές του 1932 ο Χίτλερ απέσπασε το 36% των ψήφων και την ίδια χρονιά το
κόμμα του κατέλαβε την πρώτη θέση με το 37% των ψήφων. Στις 28 Ιανουαρίου του
1933 ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ τον διόρισε πρωθυπουργό υποκύπτοντας στις πιέσεις
ενός κύκλου μεγαλοβιομήχανων, Πρώσων γαιοκτημόνων και τραπεζιτών, οι οποίοι
έβλεπαν στο πρόσωπο του Χίτλερ τη μόνη λύση για να βγει από την ακυβερνησία η
χώρα7.
Με μια σειρά
προσχεδιασμένων ενεργειών ο Χίτλερ κατέστη απόλυτος ηγέτης ενός μονοκομματικού,
βίαιου και μισαλλόδοξου κράτους. Στις 27 Φεβρουαρίου σκηνοθέτησε τη πυρπόληση
του γερμανικού Κοινοβουλίου για την οποία κατηγόρησε τους κομμουνιστές.
Επισείοντας κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης ανάγκασε το πρόεδρο Χίντεμπουργκ
να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να άρει τις πολιτικές
ελευθερίες. Εξαπέλυσε κύμα συλλήψεων κατά των κομμουνιστών και αξίωσε νέες
εκλογές. Μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας για το οποίο φρόντιζαν οι
παραστρατιωτικές ομάδες των SA και των SS, οι Εθνικοσοσιαλιστές συγκέντρωσαν το
44% των ψήφων, στη συνέχεια εκβίασαν την εκχώρηση απόλυτων εξουσιών στο πρόσωπο
του Χίτλερ, κήρυξαν έκπτωτους τους 81 βουλευτές του κομμουνιστικού κόμματος,
διέλυσαν όλους τους άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, κατήργησαν όλα τα συνδικάτα
και κατέσχεσαν τους οικονομικούς πόρους τους. Τέλος έθεσαν όλους τους πολίτες
κάτω από την άγρυπνη παρακολούθηση της μυστικής αστυνομίας, της Γκεστάπο.
Εξαπέλυσαν διωγμούς κατά των Εβραίων, των κομμουνιστών, των αντιφρονούντων, των
ομοφυλόφιλων, των τσιγγάνων, ενώ προχώρησαν και σε μαζικές εκκαθαρίσεις
εσωκομματικών αντιπάλων με αριστερίζουσες θέσεις. Επέβαλαν αυστηρή λογοκρισία
σε όλους τους τομείς και υποχρέωσαν τους νέους και τις νέες να οργανώνονται στη
Χιτλερική νεολαία8.
Όμως, παρά τον
ολοκληρωτικό (ο όρος ολοκληρωτισμός δηλώνει την κατάργηση της διάκρισης
μεταξύ κράτους και κοινωνίας και την εισβολή του κράτους στην ιδιωτική ζωή των
πολιτών, ο Μουσολίνι πιο κομψά τον είχε ορίσει ως εξής: «Ο φιλελευθερισμός
θέτει το κράτος στην υπηρεσία του ατόμου»)9 και ανελεύθερο χαρακτήρα
του, ο ναζισμός είχε μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Κατόρθωσε να δαμάσει την ανεργία και
να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο τη μεγάλη οικονομική ύφεση χάρη σε ένα
εκτεταμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, αλλά και λόγω των διώξεων των
Εβραίων. Οι αγρότες, έχαιραν γενναιόδωρης αντιμετώπισης και αποκτούσαν συνήθως
πολλά παιδιά. Εφάρμοσε ευρύ κοινωνικό πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε
διακοπές, αθλητισμό και τη διάδοση του αυτοκινήτου του λαού. Μαζί μ΄ αυτά ο
Χίτλερ ικανοποιούσε και τον αναγεννημένο γερμανικό εθνικισμό με την δυναμική
έως επιθετική εξωτερική πολιτική του8.
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ
Ο Ιταλικός
φασισμός και ο Γερμανικός ναζισμός αποτέλεσαν πρότυπα για διάφορα κόμματα σε
ολόκληρη την Ευρώπη. Η έλλειψη φιλελεύθερων παραδόσεων και στέρεων δημοκρατικών
θεσμών σε συνδυασμό με τα εκρηκτικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που
επενεργούσαν αποσταθεροποιητικά ευνόησαν την επιβολή αυταρχικών λύσεων και
διδακτορικών καθεστώτων σε μια σειρά από χώρες κυρίως της Κεντρικής, Ανατολικής
και Νότιας Ευρώπης (Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία, Πολωνία, Ουγγαρία, Αυστρία,
Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία). Σε
αυτές τις περιοχές ο αυταρχισμός πήρε διάφορες μορφές, ανάλογα με τις
ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν
σε κάθε χώρα8.
Αντίθετα, στη
Βόρεια και τη Δυτική Ευρώπη (Σκανδιναβικές χώρες, Βρετανία, Γαλλία, Κάτω
Χώρες), η σταθερότητα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, οι φιλελεύθερες
παραδόσεις, καθώς και η ισχύς των αστικών στρωμάτων απέτρεψαν την επικράτηση
φασιστικών κινημάτων8.
Η επικράτηση
του ναζισμού στη Γερμανία ανέτρεψε άρδην τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής
διπλωματίας. Ο Χίτλερ, αποφασισμένος να ακυρώσει στη πράξη τις Συνθήκες του
1919 με κάθε μέσο, προχώρησε σε μια σειρά από ενέργειες που τελικά οδήγησαν
στην αποσταθεροποίηση ολόκληρης της Ευρώπης. Το 1933 η Γερμανία αποχώρησε από
τη Κοινωνία των Εθνών, το 1934 οι ναζί υποκίνησαν πραξικόπημα στην Αυστρία, ενώ
το 1935 παραβίασαν κατάφωρα τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών προχωρώντας
στην υποχρεωτική στράτευση των Γερμανών πολιτών. Το 1936 υπέγραψαν πρωτόκολλο
συνεργασίας με την φασιστική Ιταλία, ενώ το 1937 ο Χίτλερ έλαβε την ιστορική
απόφαση να προχωρήσει στη συγκρότηση της μεγάλης Γερμανίας προσαρτώντας τις
γερμανικές κοινότητες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στο γερμανικό Ράιχ.
Τον Μάρτιο του 1938 οι ναζί εισβάλουν την Αυστρία και τον Οκτώβριο του ίδιου
χρόνου στη Τσεχοσλοβακία. Σε αυτές τις κινήσεις η Γαλλία και η Βρετανία παραμένουν
αδρανείς και ακολουθούν μια πολιτική κατευνασμού της Γερμανικής επιθετικότητας.
Τα κυρίαρχα στρώματα του πολιτικού κατεστημένου ήλπιζαν πως τελικά ο Χίτλερ θα
στρέφονταν εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και θα κατάφερνε ένα ισχυρό πλήγμα
στο κομμουνισμό. Θεωρούσαν πως σε ενδεχόμενη πολεμική σύγκρουση των ναζί με
τους κομμουνιστές, η Σοβιετική Ένωση και η Γερμανία θα αποδυναμώνονταν
σημαντικά, χωρίς απαραίτητα την εμπλοκή των Αγγλογάλλων2. Όμως τα
γεγονότα δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους και ο πόλεμος
σύντομα θα χτυπούσε ξανά τη πόρτα της Ευρώπης10.
Τα γεγονότα του
Ισπανικού Εμφυλίου
Προοίμιο του Β΄
Παγκοσμίου πολέμου και γεγονός που απασχόλησε περισσότερο από κάθε τι άλλο την
Ευρώπη τη περίοδο του μεσοπολέμου, ήταν ο Ισπανικός Εμφύλιος (1936-1939). Σε
αυτή τη μάχη συγκρούστηκαν σφοδρά οι φασίστες με τους κομμουνιστές, ενώ δεν
έμεινε αμέτοχη και η δημοκρατία10.
Στην Ισπανία,
στις εκλογές του 1936, συγκρούστηκαν δύο μεγάλοι συνασπισμοί, το Λαϊκό Μέτωπο
της Αριστεράς (αναρχικοί, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, φιλελεύθεροι,
ρεπουμπλικάνοι) και το Εθνικό Μέτωπο (εθνικιστές, μοναρχικοί, συντηρητικοί,
κλήρος). Μετά τις εκλογές, τις οποίες κέρδισαν οι Δημοκρατικοί, επικράτησε μια
τεταμένη κατάσταση με τραμπουκισμούς και δολοφονίες και από τις δύο μεριές.
Μετά τη δολοφονία του ηγέτη των μοναρχικών Κάλβο Σοτέλο από τους Δημοκρατικούς,
ο διοικητής των ισπανικών δυνάμεων που στάθμευαν στο Μαρόκο, στρατηγός Φράνκο,
κήρυξε το πόλεμο στη Κυβέρνηση της Μαδρίτης. Η φασιστική Ιταλία και η ναζιστική
Γερμανία ενίσχυσαν το Φράνκο, ενώ η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν μέσω της
Κομιντέρν ενίσχυσαν τους κομμουνιστές σε βάρος των άλλων ομάδων του Λαϊκού
Μετώπου. Ειδικά τους αναρχικούς, (οι οποίοι είχαν το πρώτο λόγω στο
εργατικό κίνημα της Ισπανίας, κυρίως στη Καταλονία), οι κομμουνιστές
τους εξόντωσαν τελείως σε έναν εσωτερικό εμφύλιο των Δημοκρατικών το 1937. Το
γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ουδετερότητα της Γαλλίας και της Αγγλίας,
οδήγησε στην επικράτηση των φασιστών το 193910.
Ο Φράνκο
εγκαινίασε μια νέα εποχή τρομοκρατίας κατά την οποία χιλιάδες αντιφασίστες
εκτελέστηκαν και εκατομμύρια πολιτικοί πρόσφυγες εγκατέλειψαν τη χώρα. Η
εξέλιξη αυτή, αύξησε το γόητρο των φασιστών στην Ευρώπη και αποθράσυνε εντελώς
τους Χίτλερ και Μουσολίνι10.
ΣΥΝΟΨΗ
Η στρατιωτική
επικράτηση της Βρετανίας της Γαλλίας και των ΗΠΑ στο Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο δεν
σήμανε και την κυριαρχία των φιλελεύθερων πολιτικών συστημάτων στις υπόλοιπες
χώρες της Ευρώπης. Η οικονομική στενότητα, η κοινωνική κρίση και ο πολιτικός
αναβρασμός στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και στις αρχές της δεκαετίας του 1930,
είχαν πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε το αυταρχικό, αντικοινοβουλευτικό, και
δικτατορικό πρότυπο διακυβέρνησης κυριάρχησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του
1930, σχεδόν σε όλες τις χώρες της κεντρικής, ανατολικής και νότιας Ευρώπης.
Παρόλη τη διπλωματική αστάθεια και την αμοιβαία καχυποψία, τα Αμερικανικά
κεφάλαια βοηθούσαν τη Γερμανία να καταβάλει τις πολεμικές αποζημιώσεις στη
Γαλλία και την τελευταία να αποπληρώνει τα χρέη της στις ΗΠΑ. Όμως η οικονομική
κρίση του 1929 και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία (1933) διαμόρφωσαν εντελώς
νέα δεδομένα στις διακρατικές σχέσεις. Η πολιτική αμφισβήτησης των Συνθηκών του
Παρισιού, η επιθετικότητα και η διεκδίκηση ζωτικού χώρου, μετέτρεψαν τη
Γερμανία σε παράγοντα αποσταθεροποίησης της Ευρώπης. Η έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου
Πολέμου δεν θα αργούσε…
Φίλιππος
Π. Βουκελάτος, 26 Μαΐου 2009.
Πηγές:
- Κ. Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, Τόμος Β, ΕΑΠ.
- Ελένη Αρβελέρ, Maurice Aymard, Οι ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ, τόμος Β΄.
Προτεινόμενη
Βιβλιογραφία:
- Eric Hobsbawn, Η Εποχή των Άκρων.
- Mark Mazower, Η Σκοτεινή Ήπειρος.
- Στάνλεϊ Πέιν, Η Ιστορία του Φασισμού.
- P.M.H. Bell, Τα αίτια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη.
Σχόλια