Τι μέλλει γενέσθαι με τη δημοσιογραφία;


Με τους πολίτες που συχνάζουν στη web γειτονιά για την καθημερινή ενημέρωσή τους να αυξάνονται διαρκώς, το κραταιό μοντέλο ενημέρωσης φαντάζει πια παρωχημένο. Η δημοσιογραφία βρίσκεται, εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της «ψηφιακής καθιέρωσης», σε κρίσιμο μεταίχμιο και η μετάβαση από την εποχή του παραδοσιακού τύπου σε αυτήν του διαδικτύου έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα δύσκολη. Το διαδίκτυο όμως δεν πρέπει να θεωρείται εχθρός, αλλά σύμμαχος της δημοσιογραφίας. Απλώς μένει να αντιληφθούμε πώς θα μπορέσουμε να το αξιοποιήσουμε στο έπακρο.
Η Διευθύντρια της ηλεκτρονικής έκδοσης της ισπανικής εφημερίδας «El Pais», Lydia Aguirre, παραδέχεται ότι «το διαδίκτυο έφερε τα πάνω κάτω στη δουλειά του δημοσιογράφου». Και αυτό γιατί οι πηγές της ενημέρωσης πολλαπλασιάστηκαν – κατ’ επέκταση αυξήθηκαν και οι ανταγωνιστές – και οι εφημερίδες αναγκάστηκαν να επαναπροσδιορίσουν τη φιλοσοφία τους τόσο σε δημοσιογραφικό όσο και σε εμπορικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα στελέχη της El Pais, στην εποχή της ψηφιακής ενημέρωσης αυτό που μετράει εν τέλει είναι «η καλή, αξιόπιστη και ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Αυτό είναι που σε διαφοροποιεί». Η φράση που συνοψίζει ιδανικά το σύγχρονο zeitgeist μπορεί να είναι η εξής: «Από newspaper company οδεύουμε σε news company»…

«Κάποτε, πριν από την εδραίωση του internet, από τη μία πλευρά βρισκόμασταν εμείς οι δημοσιογράφοι και από την άλλη οι απρόσωποι αναγνώστες που διάβαζαν όσα γράφαμε χωρίς να έχουν τη δυνατότητα για σχολιασμό. Όχι πια όμως», τονίζει η Georgina Henry, Διευθύντρια του διαδικτυακού «Comment is Free» της The Guardian. Πλέον, τα νέα δεδομένα – υπάρχουν γύρω στα 110 εκατ. blogs παγκοσμίως – υποχρέωσαν τις εφημερίδες να εντάξουν τη λέξη «διαδραστικότητα» στο λεξιλόγιό τους.

«Τα άρθρα που αναφέρονται στο μέλλον των εφημερίδων μοιάζουν συχνά με νεκρολογίες», σημειώνει κάπως κυνικά ο Διευθυντής της διαδικτυακής έκδοσης των New York Times, Jim Roberts. Πλέον, μέσω του site, οι New York Times προσφέρουν ενημέρωση 24 ώρες το 24ώρο – ίσως φαντάζει εκ των ων ουκ άνευ μια τέτοια υπηρεσία, όμως αναλογιστείτε πόσα ελληνικά sites «υπολειτουργούν» τις «δύσκολες» βραδινές ώρες. Εντύπωση έχει προκαλέσει δε η ρηξικέλευθη απόφασή της εφημερίδας να συνοδεύονται αρκετά άρθρα των NY Times από links που παραπέμπουν σε σχετικά κείμενα άλλων sites. Διαβάζεις, δηλαδή, το άρθρο της εφημερίδας για την τελευταία επιζήσασα του Τιτανικού και σου «σερβίρεται» στην οθόνη μια πλούσια επιλογή από αντίστοιχα ρεπορτάζ ανταγωνιστικών διαδικτυακών τόπων. «Δεν άρεσε σε όλους τους δημοσιογράφους αυτή η απόφασή μας, όμως νιώθουμε ότι μας δίνει προστιθέμενη αξία» εξήγεί με περίσσιο ρεαλισμό ο εκπρόσωπος των NY Times. Τι άλλο έχει πράξει η ιστορική εφημερίδα; Προτρέπει τους αναγνώστες της να καταθέτουν την άποψή τους για διάφορα θέματα της επικαιρότητας, θέτοντάς τους συγκεκριμένα ερωτήματα, ενώ εντάσσει τις νέες τεχνολογίες στο «dna» της (μια περιήγηση στο site αρκεί για να αντιληφθεί ο επισκέπτης πόσο μπροστά είναι…). Δεν είναι τυχαίο, ως εκ τούτου, που η επισκεψιμότητα των διαδικτυακών NY Times είναι εντυπωσιακά υψηλή. Και όμως, όπως παραδέχεται ο ίδιος, «δεν έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε τη μαζική επισκεψιμότητα σε σημαντική πηγή εσόδων». Για παράδειγμα, μπορεί τον προηγούμενο μήνα τα page views μέσω κινητού τηλεφώνου να έφτασαν τα 37 εκατ., εν τούτοις «το ερώτημα για το πώς θα καταφέρουμε να βγάλουμε λεφτά παραμένει αναπάντητο».

Τι μέλλει γενέσθαι συνεπώς για τη δημοσιογραφία όταν κολοσσοί, όπως οι New York Times, ακόμα πασχίζουν να εξαργυρώσουν την επιτυχία τους στο διαδίκτυο; Ο J. Roberts δεν θεωρεί εαυτόν μελλοντολόγο, αλλά πιστεύει ότι, αργά ή γρήγορα, «με όλες αυτές τις τεχνολογίες και την εμπλοκή των αναγνωστών, ίσως πείσουμε αρκετούς επενδυτές ότι κάνουν λάθος που δεν πιστεύουν στο μέλλον του τύπου».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις